
Ὁ μοναχός Γερόντιος, κατά κόσμον Γεώργιος Μοῦτσος, γεννήθηκε τό 1908 στόν Πύργο της Ἠλίας ἀπό πλούσια οἰκογένεια. Ὁ πατέρας του εἶχε δύο φούρνους μέσα στήν πόλη τοῦ Πύργου. Ἀπό μικρός εἶχε μεγάλη κλίση πρός τόν μοναχισμό καί ἤδη στά 1931 κατάφερε καί ἔφτασε στόν πολυπόθητό του Ἄθωνα. Ὡς Πελλοπονήσιος πῆγε στήν Μονή Γρηγορίου (τότε ἀκόμη ὑπῆρχε ἕνα εἶδος τοπικισμοῦ σέ πολλές Μονές τοῦ Ἁγίου Ὄρους). Ἔγινε μοναχός ἀπό τόν Καθηγούμενο Ἀρχιμανδρίτη Ἀθανάσιο, ἄνθρωπο μεγάλης ἀρετῆς καί φήμης ἁγίου. Πολλά διδάχτηκε ἀπό τόν Γέροντά του καί τόν ἀξίωσε ὁ Θεός πολλῶν πνευματικῶν ἐμπειριῶν, τόσο πού, ὅπως μᾶς ἐκμυστηρεύτηκε ὁ π. Θεόκλητος Διονυσιάτης ὁ ὁποῖος ἔζησε μαζί του γιά ἕνα χρόνο στόν μετόχι Μονοξυλίτη, τόν βοήθησε νά γράψει τό περίφημο βιβλίο του «Μεταξύ οὐρανοῦ καί γῆς» ἐξηγώντας του τίς ἀνώτερες πνευματικές καταστάσεις.... Δυστυχῶς τό 1939 κόλλησε τήν δύσκολη ἀσθένεια τῆς ἐποχῆς, φυματίωση. Νοσηλεύτηκε σέ Σανατόριο τῆς Ἀθήνας καί τό 1941, ὅταν πιά οἱ Γερμανοί εἴχαν καταλάβει τήν Ἑλλάδα, ἐπέστρεψε στήν Μονή του διανύοντας τήν μεγάλη ἀπόσταση Ἀθήνα-Οὐρανούπολη σχεδόν μέ τά πόδια. Στή Μονή του ὅμως συνάντησε σκληρότητα καί καχυποψία, φόβο γιά πιθανή διάδωση τῆς ἀσθένειάς του καί στούς ἄλλους στήν Μονή, παρόλο πού εἶχε θεραπευθεῖ. Ἔφτασαν στό σημεῖο νά τόν χτυπήσουν καί νά τόν διώξουν ἀπό τό Μοναστήρι μέ τό ζόρι, ἐκδίδοντας ἕνα χαρτί πού πιστοποιοῦσε ὅτι ὁ μοναχός Γερόντιος «ἔπασχε τάς φρένας». Αὐτό τό ἐκμεταλεύτηκε σέ ὅλη του τή ζωή ὁ μακάριος καί προσποιοῦνταν τόν «σαλό». Γύρισε ὅλον τόν Ἄθωνα, κελλιά, σκῆτες κλπ. Πάντοτε διάλεγε Κελλιά μέ ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Νικολάου, πού ἤταν ὁ προστάτης του ἤδη ἀπό τό μοναστήρι του, μιά καί ἡ Μονή Γρηγορίου τιμᾶται στήν μνήμη του. Πέρασε καί ἀπό τήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, τή Σκήτη Κουτλουμουσίου, καί κατέληξε στό Ἰβηρίτικο Κελλί τοῦ ἁγίου Νικολάου στίς Καρυές, ὅπου τόν γνωρίσαμε. Ζοῦσε πολύ ἀπλά, μέσα στή φύση καί στά πλάσματα τοῦ Θεοῦ, ἔχοντας κάνει τό σπίτι του καταφύγιο ταλαιπωρημένων ζώων. Κοιμόταν στήν ἴδια κουβέρτα μέ ... πλῆθος γατάκια καί δυό τρεῖς σκύλους, ἀχώριστους συντρόφους του. Προτίμησε τήν συνδιαγωγή μέ τά ζῶα παρά μέ τούς ἀνθρώπους. Κάποτε πού ἔκανε μετάνοιες μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας στόν ναό τοῦ Κελλιοῦ του βγῆκε μιά ὀχιά ἀπό τό τσουβάλι πού εἶχε στρῶσει στό πάτωμα καί τόν τσίμπησε στό χέρι. «Τήν σκότωσα μέ τό χέρι μου τήν καϋμένη καί περίμενα νά μέ ... πονέσει γιά νά τό κόψω νά τρέξει αἵμα ἀλλά δέν μέ πόνεσε καί τό ἄφησα»! Μαγείρευε κάθε δυό-τρεῖς μέρες γιά τά ζωάκια του καί ἔτρωγε καί ὁ ἴδιος μαζί τους, «γιά νά μήν ἔχω λογισμό, τραβᾶω τό ἀπό πᾶνω πού τρῶνε τά γατάκια καί τρώω τό ἀπό κάτω» μᾶς ἔλεγε! Ζύμωνε καί ψωμί, μέ κάτι μπαγιάτικα καί σκουλικιασμένα ἀλεύρια χρόνων πολλῶν πού εἶχε καί κάπως ἰκανοποιοῦσε καί τή δική του πεῖνα, ἀλλά συνήθως περνοῦσε μόνον μέ τήν καθημερινή θεῖα μετάληψη καί τό ἀντίδωρο πού ἔπαιρνε ἐρχόμενος στίς λειτουργίες πού κάναμε, καμμιά φορά καί κανένα γάλα πού μπορεῖ νά ἔπινε... Παρόλο πού ποτέ δέν πλενόταν δέν μύριζε τό σῶμα του καί τήν στιγμή τῆς θείας μεταλήψεως οἱ ἱερεῖς πού τόν μετελάμβαναν διηγοῦνται γιά μιά εὐωδία πού ἔβγαινε ἀπό τό στόμα του ἐνῶ ἕνα δάκρυ πάντα κυλοῦσε ἀπό τά μάτια του..... Ἐκεῖνο πού τόν ἔκανε νά ξεχωρίζει ἦταν ἡ ἐμμονή του στό νά πείσει ὅλους τούς ἀνθρώπους ὅτι ἤταν τρελλός! Ἐδιηγεῖτο λοιπόν γιά τόν...λευκό γάμο του μέ τήν Πριγκίπισσα Ἀλίκη, γιά τήν διαμάχη του μέ τόν...βασιλιά, ὅταν τόν ἀπείλησε μέ ὅπλο ὅτι θά τόν σκοτώσει... Καί γινόταν πιστευτός τόσο πού, κατά τίς γιορτές τῆς χιλιετηρίδος τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τό 1963, ἡ ἀστυνομία τόν ἔκλεισε στή φυλακή γιά ἀποφυγή τυχόν ἐπεισοδίων μέ τόν Βασιλιά γιά τά μάτια τῆς ...Πριγκίπισσας! Πάνοτε χαμογελαστός, μέ τήν ἀχώριστη παρέα του, τά ζῶα, ἔζησε σάν πετεινό τοῦ οὐρανοῦ χωρίς νά στενοχωρήσει κανέναν. Τά τέλη τῆς ζωῆς του τά πέρασε στή μονή τῆς μετανοίας του, τό Γρηγορίου, ἀφοῦ ὁ Καθηγούμενος π. Γεώργιος καί οἱ ἐκλεκτοί πατέρες τῆς ἀδελφότητος δέχθηκαν νά τόν γηροκομήσουν. Τό παράδοξο εἶναι ὅτι αὐτός διώχθηκε γιά νά μήν κολλήσει τούς ὑπολοίπους φυματίωση, καί ὅταν ἐπέστρεψε στή Μονή εἶχαν πεθάνει ὅλοι, πλῆν ἑνός, τοῦ μοναχοῦ Ἡσυχίου, ὁ ὁποῖος ὅμως τόν εἶχε ὑποστηρίξει τότε.... Ποτέ δέν ζήτησε τίποτε ἀπό τόν ἀδελφό πού τόν ὑπηρετοῦσε. Κάποτε τοῦ εἴπαμε πῶς δέν τρῶει τίς φακές, καί πράγματι θαύμασε ὁ ἀδελφός γιατί σκέφτηκε πῶς πράγματι δέν ἔτρωγε ὅταν τοῦ πήγαινε φακές χωρίς ὅμως ποτέ νά ζητήσει κάποιο ἄλλο φαγητό. Ἔλεγε ὅτι στήν περίοδο ἀπό τῆς Παναγίας τό Δεκαπενταύγουστο ὡς τῆς Παναγίας στίς 8 Σεπτεμβρίου δεχόταν ἀποκάλυψη γιά τό ἄν θά ζήσει ἄλλον ἕνα χρόνο καί κάθε χρόνο τόν ρωτοῦσαμε: «ἐντάξει γιά φέτος!» ἔλεγε. Τήν τελευταῖα του χρονιά μόνο γέλασε καί δέν εἶπε τίποτα....καταλάβαμε ὅτι αὐτή θά ἦταν ἡ τελευταῖα του χρονιά, ὅπως καί ἔγινε. Προγνώρισε τό τέλος του καί τρεῖς μέρες πρίν, εἰδοποίησε τόν Ἡγούμενο γιά τήν ἐπικείμενη ἀναχώρησή του ἀπό τόν κόσμο αὐτό, ζήτησε συγνώμη ἀπό ὅλους γιά τίς ...παλαβομᾶρες πού ἔλεγε καί πράγματι, στίς 12 Νοεμβρίου 2001 ἀντήλλαξε τήν παροῦσα ματαιότητα μέ τά οὐράνια ἁγαθά. Μᾶς ἔλεγε πάντα χαμογελώντας «ὅταν ἤμουν μικρός μοῦ εἶπε ὁ πατέρας μου ὅτι θά μέ πᾶρει σέ ἕνα ταξίδι του νά δῶ τήν Ἀθήνα· εἶχα πολλή χαρά! Ἴδια χαρά ἔχω καί τώρα πού θά πᾶω στήν ἄλλη ζωή! Χιλιάδες ἄγγελοι, καϋμένε!»
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Παρακαλούμε σχολιάστε το.